📚 Richard C. Trench · 1880 (9. udg.) · oversat fra engelsk
Synonymer i Det Nye Testamente på dansk
107 afsnit om græske ord i Det Nye Testamente, der ligner hinanden – og om forskellen på dem: nåde og barmhjertighed, kærlighed (ἀγαπάω og φιλέω), synd, omvendelse, ny og gammel …
- i. Ἐκκλησία, συναγωγή, πανήγυρις.
- ii. θειότης, θεότης.
- iii. ἱερόν, ναός.
- iv. ἐπιτιμάω, ἐλέγχω (αἰτία, ἔλεγχος).
- v. ἀνάθημα, ἀνάθεμα.
- vi. προφητεύω, μαντεύομαι.
- vii. τιμωρία, κόλασις.
- viii. ἀληθής, ἀληθινός.
- ix. θεράπων, δοῦλος, διάκονος, οἰκέτης, ὑπηρέτης.
- x. δειλία, φόβος, εὐλάβεια.
- xi. κακία, κακοήθεια.
- xii. ἀγαπάω, φιλέω.
- xiii. θάλασσα, πέλαγος.
- xiv. σκληρός, αὐστηρός.
- xv. εἰκών, ὁμοίωσις, ὁμοίωμα.
- xvi. ἀσωτία, ἀσέλγεια.
- xvii. θιγγάνω, ἅπτομαι, ψηλαφάω.
- xviii. παλιγγενεσία, ἀνακαίνωσις.
- xix. αἰσχύνη, αἰδώς, ἐντροπή.
- xx. αἰδώς, σωφροσύνη.
- xxi. σύρω, ἕλκω.
- xxii. ὁλόκληρος, τέλειος, ἄρτιος.
- xxiii. στέφανος, διάδημα.
- xxiv. πλεονεξία, φιλαργυρία.
- xxv. βόσκω, ποιμαίνω.
- xxvi. ζῆλος, φθόνος.
- xxvii. ζωή, βίος.
- xxviii. κύριος, δεσπότης.
- xxix. ἀλαζών, ὑπερήφανος, ὑβριστής.
- xxx. ἀντίχριστος, ψευδόχριστος.
- xxxi. μολύνω, μιαίνω.
- xxxii. παιδεία, νουθεσία.
- xxxiii. ἄφεσις, πάρεσις.
- xxxiv. μωρολογία, αἰσχρολογία, εὐτραπελία.
- xxxv. λατρεύω, λειτουργέω.
- xxxvi. πένης, πτωχός.
- xxxvii. θυμός, ὀργή, παροργισμός.
- xxxviii. ἔλαιον, μύρον (χρίω, ἀλείφω).
- xxxix. Ἑβραῖος, Ἰουδαῖος, Ἰσραηλίτης.
- xl. αἰτέω, ἐρωτάω.
- xli. ἀνάπαυσις, ἄνεσις.
- xlii. ταπεινοφροσύνη, πραότης.
- xliii. πραότης, ἐπιείκεια.
- xliv. κλέπτης, λῃστής.
- xlv. πλύνω, νίπτω, λούω.
- xlvi. φῶς, φέγγος, φωστήρ, λύχνος, λαμπάς.
- xlvii. χάρις, ἔλεος.
- xlviii. θεοσεβής, εὐσεβής, εὐλαβής, θρῆσκος, δεισιδαίμων.
- xlix. κενός, μάταιος.
- l. ἱμάτιον, χιτών, ἱματισμός, χλαμύς, στολή, ποδήρης.
- li. εὐχή, προσευχή, δέησις, ἔντευξις, εὐχαριστία, αἴτημα, ἱκετηρία.
- lii. ἀσύνθετος, ἄσπονδος.
- liii. μακροθυμία, ὑπομονή, ἀνοχή.
- liv. στρηνιάω, τρυφάω, σπαταλάω.
- lv. θλῖψις, στενοχωρία.
- lvi. ἁπλοῦς, ἀκέραιος, ἄκακος, ἄδολος.
- lvii. χρόνος, καιρός.
- lviii. φέρω, φορέω.
- lix. κόσμος, αἰών.
- lx. νέος, καινός.
- lxi. μέθη, πότος, οἰνοφλυγία, κῶμος, κραιπάλη.
- lxii. καπηλεύω, δολόω.
- lxiii. ἀγαθωσύνη, χρηστότης.
- lxiv. δίκτυον, ἀμφίβληστρον, σαγήνη.
- lxv. λυπέομαι, πενθέω, θρηνέω, κόπτω.
- lxvi. ἁμαρτία, ἁμάρτημα, παρακοή, ἀνομία, παρανομία, παράβασις, παράπτωμα, ἀγνόημα, ἥττημα.
- lxvii. ἀρχαῖος, παλαιός.
- lxviii. ἄφθαρτος, ἀμάραντος, ἀμαράντινος.
- lxix. μετανοέω, μεταμέλομαι.
- lxx. μορφή, σχῆμα, ἰδέα.
- lxxi. ψυχικός, σαρκικός.
- lxxii. σαρκικός, σάρκινος.
- lxxiii. πνοή, πνεῦμα, ἄνεμος, λαῖλαψ, θύελλα.
- lxxiv. δοκιμάζω, πειράζω.
- lxxv. σοφία, φρόνησις, γνῶσις, ἐπίγνωσις.
- lxxvi. λαλέω, λέγω (λαλιά, λόγος).
- lxxvii. ἀπολύτρωσις, καταλλαγή, ἱλασμός.
- lxxviii. ψαλμός, ὕμνος, ᾠδή.
- lxxix. ἀγράμματος, ἰδιώτης.
- lxxx. δοκέω, φαίνομαι.
- lxxxi. ζῶον, θηρίον.
- lxxxii. ὑπέρ, ἀντί.
- lxxxiii. φονεύς, ἀνθρωποκτόνος, σικάριος.
- lxxxiv. κακός, πονηρός, φαῦλος.
- lxxxv. εἰλικρινής, καθαρός.
- lxxxvi. πόλεμος, μάχη.
- lxxxvii. πάθος, ἐπιθυμία, ὁρμή, ὄρεξις.
- lxxxviii. ἱερός, ὅσιος, ἅγιος, ἁγνός.
- lxxxix. φωνή, λόγος.
- xc. λόγος, μῦθος.
- xci. τέρας, σημεῖον, δύναμις, μεγαλεῖον, ἔνδοξον, παράδοξον, θαυμάσιον.
- xcii. κόσμιος, σεμνός, ἱεροπρεπής.
- xciii. αὐθάδης, φίλαυτος.
- xciv. ἀποκάλυψις, ἐπιφάνεια, φανέρωσις.
- xcv. ἄλλος, ἕτερος.
- xcvi. ποιέω, πράσσω.
- xcvii. βωμός, θυσιαστήριον.
- xcviii. λαός, ἕθνος, δῆμος, ὄχλος.
- xcix. βαπτισμός, βάπτισμα.
- c. σκότος, γνόφος, ζόφος, ἀχλύς.
- ci. βέβηλος, κοινός.
- cii. μόχθος, πόνος, κόπος.
- ciii. ἄμωμος, ἄμεμπτος, ἀνέγκλητος, ἀνεπίληπτος.
- civ. βραδύς, νωθρός, ἀργός.
- cv. δημιουργός, τεχνίτης.
- cvi. ἀστεῖος, ὡραῖος, καλός.
- cvii.
Synonymer i Det Nye Testamente (Richard C. Trench, 1880 (9. udg.)) er oversat fra engelsk til dansk med AI og derefter gennemgået af en uafhængig korrekturlæsning for både korrekthed og sprog. Kilde: Synonyms of the New Testament, 9. udg. 1880 (public domain), tekst fra Blue Letter Bible. Værket er fra sin egen tid – nogle oplysninger og synspunkter kan være forældede.